ευμέθοδος

ευμέθοδος
-η, -ο
αυτός που με καλή μέθοδο κάνει κάτι, ο μεθοδικός.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • εὐμέθοδος — easily compassed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευμέθοδος — η, ο (ΑΜ εὐμέθοδος, ον) 1. αυτός που έχει καλή μέθοδο, ο μεθοδικός, ο συστηματικός («τρόποι δὲ ἀναχρονισμοῡ εὐμέθοδοι καὶ παρὰ Σοφοκλεῑ», Ευστ.) 2. (για πρόσ.) μεθοδικός, ακριβής («εὐμέθοδος ἰατρός», Αλέξ. Τραλλ.) 3. το ουδ. ως ουσ. το… …   Dictionary of Greek

  • εὐμεθοδώτερον — εὐμέθοδος easily compassed masc acc comp sg εὐμέθοδος easily compassed neut nom/voc/acc comp sg εὐμέθοδος easily compassed adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεθοδώτατον — εὐμέθοδος easily compassed masc acc superl sg εὐμέθοδος easily compassed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεθόδως — εὐμέθοδος easily compassed adverbial εὐμέθοδος easily compassed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμέθοδον — εὐμέθοδος easily compassed masc/fem acc sg εὐμέθοδος easily compassed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεθόδοις — εὐμέθοδος easily compassed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεθόδου — εὐμέθοδος easily compassed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεθόδων — εὐμέθοδος easily compassed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεθόδῳ — εὐμέθοδος easily compassed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”